• Βρίσκεστε Εδώ
  • Reviews
  • ΚΟΙΝΩΝΙΑ
  • Ο κ. ΚΛΕΩΝΑΣ ΚΑΙ ΤΟ «ΤΗΣ ΚΟΡΕΑΣ» ΕΓΙΝΕ
Ημερομηνία: 15:13 12/02

Ο κ. ΚΛΕΩΝΑΣ ΚΑΙ ΤΟ «ΤΗΣ ΚΟΡΕΑΣ» ΕΓΙΝΕ

Βαθμολογία Συγγραφέα
1 2 3 4 5
Βαθμολογία (10/10)

Τι είχες Γιάννη; Τι είχα πάντα! Ράβε-ξήλωνε δουλειά να μη σουλείπει. Μια απ’ τα ίδια, που λένε. Και το πράγμα να πηγαίνει σχοινί- κορδόνι. Μα τίποτα να μην αλλάζει σε τούτο τον τόπο; Από παιδί που ήμουν μέχρι τώρα η ίδια σταθερότητα. Ίδια κι απαράλλακτη. Μόνο στη βλακεία όμως. Στην κουτοπονηριά και στον ωχαδερφισμό μας. Πουθενά αλλού; Μα πουθενά όμως!

Εξημέρωσε η αποφράδα ημέρα της Πέμπτης 1ης Φεβρουαρίου 2017. «Του Αγίου Τρύφωνος σήμερα, μεγάλη η χάρη του» μου λέει με το καλημέρα η Τούλα. «Μεγάλη Τούλα μου, μεγάλη. Γιατί να μην είναι μεγάλη; Τι ανάγκη έχει κοτζαμάν Άγιος Τρύφωνας. Θαυματουργός ήταν. Τις ασθένειες θεράπευε. Κόσμος και κοσμάκης είδε καλό απ’ αυτόν. Τώρα τι γίνεται μου λες;». «Γιατί Κλέωνα; Έγινε κάτι; Γιατί το λες αυτό;». «Τίποτα βρε Τούλα. Τίποτα. Να ξύπνησα περίεργα. Αυτό είναι όλο. Ένα πλάκωμα. Μια στεναχώρια. Τι να σου πω. Ούτε κι εγώ ξέρω. Κι ένα βούισμα από χθες το βράδυ μέσα στ’ αυτιά μου. Με έχει πεθάνει». «Μπα δε θα ‘ναι τίποτα. Κάτι θ’ ακούσεις μάλλον». «Μάλλον αυτό είναι. Ότι κάτι θα ακούσω κι αυτό να ξέρεις με φοβίζει περισσότερο». «Μπα σε καλό σου χριστιανέ μου, πρωτομηνιάτικα. Τίποτα δεν είναι θα το δεις. Εμένα ν’ ακούς. Τίποτα απολύτως. Όλα καλά θα πάνε», αυτά μου είπε η Τούλα κι εξαφανίστηκε στη κουζίνα να βράσει ρεβίθια. Δεν πρόλαβε να περάσουν πέντε λεπτά, χτυπάει η πόρτα. «Τράβα ν’ ανοίξεις Κλέωνα» φώναζε από τα βάθη της αυτοκρατορίας της η Τούλα, «άντε δεν ακούς; Κόβω κρεμμύδια. Τράβα καλέ!». Τραβάω κι εγώ  που λέτε, να ανοίξω την πόρτα πίσω από την οποία βρισκόταν ο Χάρος. Όχι ο ίδιος. Αυτός-καθ’ εαυτός που λένε. Μεταμφιεσμένος ήταν. Μεταμφιεσμένος στην Θεία-Φρείκη, τη Φρειδερίκη καλέ τη θεία της Τούλας και αδελφής της πενθεράς μου Ζαννέτας. Της Γιαννούλας μπα σε καλό σας! Με το που ανοίγω την πόρτα μπουκάρει η θεία μέσα, ντυμένη από κορυφής έως ονύχων στα μαύρα, κλαίγοντας και μοιρολογώντας. «Φρειδερίκη είσαι καλά; Τι έγινε; Τι τρέχει;». «Έφυγε Κλέωνα. Πάει. Μας άφησε χρόνους. Τούλα μου! Πού είσαι Τούλα μου! Πάει τον χάσαμε». Βγαίνει από την κουζίνα η Τούλα κλαμένη, βλέπει τη θεια της σε αυτό το χάλι σωριάζεται σε μια καρέκλα. «Κλαις Τούλα μου; Κλαις; Ποιος σας το είπε; Ποιος σας το πρόλαβε; Ποιος;». «Απ’ τα κρεμμύδια που καθαρίζει κλαίει» της λέω εγώ, «μα ποιος έφυγε θεία; Ποιος πέθανε;». Σηκώνεται ξαφνικά η Τούλα από την καρέκλα που είχε σωριαστεί μονολογώντας στον αέρα, «πέθανε; Ποιος πέθανε; Ο θείος Ερνέστος; Πέθανε ο Ερνέστος;» και ξανασωριάζεται φαρδιά-πλατιά. Η θεία Φρειδερίκη λες και τη χτύπησε ρεύμα, σταματάει τον οδυρμό λες και είχε χρονοδιακόπτη, σιάζει το μαλλί της και αγέρωχη μας ανακοινώνει τα καθέκαστα. «Κουνήσου από τη θέση σου. Ο Ερνέστος μου είναι μια χαρά. Ο αδικιορισμένος, ο μπάρμπα σου, ο αδελφός μου ο Σωτηράκης πέθανε. Και δεν έχουμε τελειώσει κι εκείνο το μοίρασμα του χωραφιού στα Ντελέικα, πανάθεμά τον. Θεέ μου συγχώρα με! Τι το ήθελε κι ο μακαρίτης ο πατέρας μας και μας το έγραψε και στους δύο; Δεν μου το έγραφε με τη μάνα σου καλύτερα να μπορώ να συνεννοηθώ; Με το στραβόξυλο τον Σωτηράκη έπρεπε. Τέλος πάντων, μεθαύριο, το Σάββατο, θα τον πάμε στο χωριό να τον θάψουμε. Κοιτάχτε να έρθετε κι εσείς μη μας πιάσει ο κόσμος στο στόμα του. Δε θέλουν και πολύ οι μπαστουνόβλαχοι». Εμείς βέβαια πήγαμε όχι για να μη μας πιάσουν στο στόμα τους οι συγχωριανοί της πεθεράς μου και του σογιού της αλλά για τον μακαρίτη τον θείο Σωτηράκη. Αλλά τους συγχωριανούς δεν τους γλυτώσαμε στο τέλος. Ούτε αυτούς ούτε και τα τόσα που είπαν. Γιατί με το που έφτασε στην εκκλησία ξαπλωμένος ο Σωτηράκης μέσα στο εκ καρυδιάς παρακαλώ κουτί του, άρχισαν οι μουρμούρες και τα μισόλογα. Βλέπετε το χωράφι στα Ντελέικα εκτός του ότι ήταν επάνω στον δρόμο ήταν και οικόπεδο-φιλέτο. Εικοσιπέντε στρέμματα, και μόνο εκατό μέτρα από τη θάλασσα δεν είναι και λίγο πράγμα. Κι όχι θάλασσα ό,τι κι ό,τι. Σμαράγδι. Στη νήσο του Αγκιστρίου παρακαλώ. Από τα λίγα ελεύθερα οικόπεδα που υπήρχαν στο νησί. Άρχισαν που λέτε τα όργανα. Κάτι η γυναίκα του η θεία-Λένα, κάτι τα παιδιά του η Ελπίδα κι ο Ελπιδοφόρος, όνομα να σου πετύχει, από κοντά και ο γαμπρός Ανέστης και η Φιλιππινέζα νύφη Ιμέλντα, καθότι ο Ελπιδοφόρος ως ναυτικός έφερε και το κατιτίς του από εκείνο το ταξίδι, έγινε της Κορέας λίγο πριν τον χώσουν τον Σωτηράκη στο χώμα. Κατάρες, λιποθυμίες, απειλές για δικαστήρια, μούντζες και βρισίδια απ’ όλα είχε η κηδεία του Σωτηράκη. «Της Κορέας γίνεται» μουρμούρισε κάνοντας τον σταυρό της η Ζαννέτα-Γιαννούλα την ώρα που προσπαθούσε να χωρίσει την αδελφή της Φρείκη από τη νύφη της Λένα που είχαν πιαστεί μαλλί με μαλλί πάνω από τον τάφο. «Ακόμα χειρότερα μητέρα» είπε η Τούλα «οι Κορέες θα παρελάσουν μαζί στους χειμερινούς ολυμπιακούς. Ενώ για την αδελφή σου και τη νύφη σου προβλέπω να ανοίγεται καινούργιο κεφάλαιο στην παγκόσμια πολεμική ιστορία. Χριστός κι Απόστολος! Για ποια Κορέα μου λες μάνα. Εδώ γίνεται του Σωτηράκη το κάγκελο!» είπε η Τούλα την ώρα που ο σύζυγος Φρείκης, Ερνέστος και η εκ Φιλιππίνων νύφη Ιμέλντα, άρχιζαν τον δεύτερο γύρο εχθροπραξιών κατά τη διάρκεια που η Λένα και η Φρείκη ακολουθούσαν ξαπλαρωμένες και μπουρδουκλωμένες τον θείο Σωτηράκη μέσα στον τάφο.    

 

του ΘΑΝΑΣΗ ΣΤΑΥΡΟΠΟΥΛΟΥ

Ετικέτες Άρθρου

Για να σχολιάσετε το άρθρο και να βαθμολογήσετε, συνδεθείτε ή εγγραφείτε στο MyReview.gr

Σχόλια (0)

BEST 5 ΚΟΙΝΩΝΙΑ
Νέο Video ΚΟΙΝΩΝΙΑ
Ειδήσεις