• Βρίσκεστε Εδώ
  • Reviews
  • ΚΟΙΝΩΝΙΑ
  • Ο κ. ΚΛΕΩΝΑΣ ΚΑΙ ΤΟ ΓΑΛΑΚΤΟΜΠΟΥΡΕΚΟ
Ημερομηνία: 10:42 13/11

Ο κ. ΚΛΕΩΝΑΣ ΚΑΙ ΤΟ ΓΑΛΑΚΤΟΜΠΟΥΡΕΚΟ

Βαθμολογία Συγγραφέα
1 2 3 4 5
Βαθμολογία (10/10)

(Όπως αυτό δημοσιεύθηκε στον ιστότοπο www.ezy.gr στις 07/09/2012)

Το θέμα είναι να συνειδητοποιείς ότι τα πράγματα σ’ αυτήν τη ρημάδα τη ζωή κάποια στιγμή αλλάζουν. Τίποτα δεν είναι δεδομένο, και ποτέ αυτό που κράταγες στα χέρια σου κάποτε, θα μπορείς να το κρατάς πάντα και για μια ζωή. Είναι πιθανόν η πορεία της φύσης των πραγμάτων να είναι έτσι δομημένη και με τέτοια συνέπεια, άγνωστη προς εμάς, που να φαντάζει στα μάτια μας, ότι κάτι ή κάποιος μας κατατρέχει και μας εμποδίζει να βιώσουμε το όνειρο μας. Τίποτα λοιπόν δεν είναι τυχαίο. Τίποτα δε συμβαίνει με γνώμωνα τη δική μας καταστροφή ή τη δική μας ευτυχία. Το όλο θέμα είναι απείρως πιο πολύπλοκο και πολυσύνθετο, και δεν είναι καθόλου εύκολο να το προσεγγίσουμε με μια απλή ματιά. Ωστόσο η επιμονή μερικών ανθρώπων σε κάποιες καταστάσεις και σε κάποιες εμμονές τους, κάνει το σύμπαν να αποδιοργανώνεται, να χάνει στροφές, να χτυπάει μπιέλες, σε σημείο που να παρασέρνει στο διάβα του ό,τι είχε προσπαθήσει μέχρι εκείνη τη στιγμή να οικοδομήσει. Αλλά είπαμε όλα γίνονται για έναν σκοπό άγνωστο προς εμάς.  

«Κλέωνα ήρθε η ώρα. Είναι η ημέρα που πρέπει να  πάμε για γαλακτομπούρεκο». Έτσι απλά η Τούλα επέμενε χτες το απόγευμα να πάμε να φάμε ένα γαλακτομπούρεκο. «Δεν υπάρχει περίπτωση να χάσω εγώ τους Παραολυμπιακούς στην Ε.Ρ.Τ. που σημειωτέον της πληρώνω τα μαλλιοκέφαλά μου, για να φας εσύ γαλακτομπούρεκο», της είπα με σθεναρή φωνή και σε τόνο που δεν της άφηνε περιθώρια και ουδεμία αμφιβολία για τις προθέσεις μου. «Καλά Κλέωνα, καλά, ντύσου τώρα, κλείσε την τηλεόραση και πάμε», μου ανταπάντησε σε τόνο, που μόνο η Τούλα γνωρίζει να χειρίζεται και εγώ να τον υπακούω. «Έλα καλέ, μια κουβέντα είπαμε! Δεν μπορούμε να πούμε ούτε ένα αστείο πια σ’ αυτό το σπίτι;». «Όταν είναι να πάμε για γαλακτομπούρεκο δεν θέλω αστεία», τόνισε η Τούλα ξανά, στρώνωντας τα μαλλιά της μπροστά στο καθρέφτη. Η ιεροστελεστία του γαλακτομπούρεκου κρατάει εδώ και τρεις δεκαετίες, τουλάχιστον. Βλέπετε ήταν το γλυκό που φάγαμε στο πρώτο μας ραντεβού στην Αθήνα. Φυσικά το ραντεβού στην πλατεία Μαβίλη για το γαλακτομπούρεκο, δεν ήταν τίποτα άλλο και τίποτα περισσότερο από την επιστέγαση της προηγούμενης συνεύρεσής μας στις Σπέτσες. (Για όσους δεν ενθυμούνται ας διαβάσουν το κείμενο «Ο κ. ΚΛΕΩΝΑΣ ΚΑΙ ΤΟ ΚΑΤΑΡΑΜΕΝΟ ΠΕΥΚΟ»). Ήταν όμως και η αφετηρία της πολύχρονης καριέρας μας ως ζεύγος. Η ιεροστελεστία λοιπόν του γαλακτομπούρεκου ήταν επιβεβλημένο να συμβαίνει μια φορά ανά έτος, σε χρόνο που καθόριζε πάντα και μόνο η Τούλα. Χωρίς προειδοποίηση, χωρίς καμία προηγούμενη ενημέρωση, η Τούλα αποφάσιζε τον χρόνο και πηγαίναμε στο ζαχαροπλαστείο της πλατείας Μαβίλη, το επονομαζόμενο «Η ΩΡΑΙΑ ΤΟΥ ΠΕΡΑΝ», καθώς ο ιδιοκτήτης ήταν από Κωνσταντινούπολη μεριά, για να φάμε το καθιερωμένο γαλακτομπούρεκο ως ύψιστη απόδοση τιμής και κατάθεσης συζυγικών φρονημάτων στη μεταξύ μας κοινή ζωή και πορεία. Καθ’ όλην τη διαδρομή, πάντα με λεωφορείο ή τρόλεϊ, βλέπετε κάπως έτσι πήγαμε και τότε και μερικά πράγματα δεν πρέπει να αλλάζουν, η Τούλα αναφέρεται σε δυο συγκεκριμένα πράγματα. Πρώτον, αναθεματίζει τον εαυτό της γιατί δεν κράτησε το φουστάνι που φορούσε τότε. «Μα γιατί βρε αγάπη μου να το κρατήσεις»,  να επιμένω εγώ συνεχώς. «Μα πως Κλέωνα, να δω αν μου κάνει. Να θα το έβαζα και θα ήταν όλα σαν και τότε». «Ναι βρε Τούλα μου αλλά τότε ήσουν 54 κιλά και τώρα είναι 54 κιλά το ένα σου πόδι, πώς θα έμπαινες στο φόρεμα. Ας το είχα εγώ και θα έμπαινα. Άσε Κλέωνα και ξέρω εγώ τι θα το έκανα!»  να επιμένει. Να συνεχίσω τη συζήτηση, γιατί άλλωστε; Ποιος τα βγάζει πέρα με τον καθρέφτη της κάθε μίας γυναίκας; Και το δεύτερο θέμα στο οποίο συνεχίζει να αναφέρεται είναι ότι ξεχνάει κάθε φορά να ζητήσει τη συνταγή για το γαλακτομπούρεκο. Τριάντα τόσα χρόνια πάνε, τριάντα τόσα γαλακτομπούρεκα έχει φάει, αυτή εκεί πάντα να ξεχνάει να ζητήσει τη συνταγή. Αν και κατά βάθος πιστεύω ότι δεν θέλει να τη μάθει, γιατί έτσι έχει ένα όνειρο που επαναλαμβάνεται ετησίως. Τέλος πάντων ό,τι γίνεται κάθε χρόνο, θα συμβεί και αυτήν τη φορά με ακριβώς την ίδια διάταξη. Θα φτάσουμε, θα βρούμε θέση με θέα την πλατεία - αυτό απαραίτητο δεν το διαπραγματεύεται η Τούλα κι ας περιμένουμε μια ώρα όρθιοι - θα παραγγείλουμε δυο γαλακτομπούρεκα, θα φάει το δικό της και το 1/3 του δικού μου, θα μου κρατήσει το χέρι, θα μου πει πόσο μ’ αγαπά, θα μου δώσει ένα φιλί στο μάγουλο – έλα Κλέωνα που θες στο στόμα, τι είμαστε παιδαρέλια – θα αναπολήσει τα περασμένα, θα πληρώσω και θα φύγουμε χέρι-χέρι, περιμένοντας την επόμενη φορά που η Τούλα θα θελήσει να φάει γαλακτομπούρεκο. Η χτεσινή ημέρα όμως έκρυβε εκπλήξεις για την Τούλα. Εκπλήξεις που της φάνταζαν αξεπέραστες. Αλλά το γαλακτομπούρεκο βλέπετε, και εν γένει το παρελθόν μας, δεν είναι κάποια στιγμή μνήμης προς διαπραγμάτευση. Οπότε και αυτή αναγκάστηκε κι έριξε νερό στο κρασί της που λέει κι ο λαός. Πρώτον τα μέσα μαζικής μεταφοράς, είχαν απεργία απροειδοποίητη. Οπότε ούτε λεωφορεία, ούτε τρόλεϊ στον ορίζοντα. Έτσι έπεσε το πρώτο κάστρο. Πήραμε ταξί. Η Βασιλίσσης Σοφίας όμως μαρμελάδα. Κάθε εκατό μέτρα που έκανε το ταξί, 2% επί της συντάξεως μου πλήρωνα. Η Τούλα άρχισε να ψελλίζει κάτι περί φορέματος, αλλά πάει κι αυτό το οχυρό έπεσε όταν της είπα ότι θα μας στοιχίσει αυτό το γαλακτομπούρεκο τόσο ακριβά που πιθανότατα θα πουλήσει και αυτό που φοράει, αν όχι όλη της την γκαρνταρόμπα. Εν συνεχεία φτάσαμε στην πλατεία και κατευθυνθήκαμε προς το ζαχαροπλαστείο «Η ΩΡΑΙΑ ΤΟΥ ΠΕΡΑΝ» για να πιάσουμε θέση. «Κλέωνα το χέρι σου, Κλέωνα λιποθυμώ», και παρ’ την κάτω την Τούλα. Μισή ώρα έκανα να τη συνεφέρω, και καλά που ήταν και απέναντι το ΙΠΠΟΚΡΑΤΕΙΟ και κάπως ήρθε στα ίσα της η φουκαριάρα η Τούλα, γιατί βλέπετε ότι από πέρυσι μέχρι φέτος το ζαχαροπλαστείο «Η ΩΡΑΙΑ ΤΟΥ ΠΕΡΑΝ», είχε μετατραπεί σε «ΑΓΟΡΕΣ ΧΡΥΣΟΥ – Η ΩΡΑΙΑ ΤΟΥ ΠΕΡΑΝ» και από ότι φαίνεται τώρα. πέρα βρέχει για όλους μας! «Και τώρα Κλέωνα, που θα τρώμε γαλακτομπούρεκο» με ρώτησε η Τούλα σφίγγοντας το μπράτσο μου την ώρα που περπατάγαμε πάνω-κάτω στην πλατεία. «Έλα ρε Τούλα θα πάμε αλλού, να εκεί», της είπα δείχνοντάς της ένα άλλο καφέ. Καθίσαμε περιμένοντας να έρθει κάποιος για παραγγελία, με θέα πάντα την πλατεία έχοντας δίπλα μας ένα ζευγαράκι που ήταν μέσα στα μέλια του, και λίγο ακόμα αν παρέμεναν εκεί το πιθανότερο θα ήταν να έπιαναν παιδί επιτόπου. «Τι θα πάρετε», μας ρώτησε μια χαρυτόβρυτος, χαριτωμένη δηλαδή για όσους δε γνωρίζουν, δεσποινίδα, αν ήταν ακόμα δεσποινίς, πράγμα που πολύ αμφιβάλω! «Δυο γαλακτομπούρεκα παρακαλώ», απάντησε η Τούλα. «Δεν έχουμε τέτοιο πράγμα». «Και τι έχετε;» τη ρώτησα εγώ. «Κρέπες και βάφλες μόνο». «Μόνο;» ρώτησε η Τούλα. «Μόνο κυρία μου, μόνο. Λοιπόν τι να σας φέρω». «Κρέπα με γέμιση γαλακτομπούρεκου δεν έχετε», ψέλισα κάπως μαγκωμένος. «Με κοροϊδεύετε κύριε», απάντησε νευριασμένη η δεσποινίς που δεν ήμουν σίγουρος αν ήταν όπως προείπα. «Καλά φέρε δυο κρέπες με σοκολάτα και μπανάνα», της είπα, κάπως τσαντισμένος. «Και μπισκότο», πρόσθεσε η Τούλα την ώρα που της έφευγε ένας υπαινικτικός αναστεναγμός γεμάτος εσάνς γαλακτομπούρεκου. Η δεσποινίς γκαρσόνα έφυγε ρίχνοντάς μας ένα μάλιστα και χάθηκε μέσα στην πλατεία. «Και τώρα Κλέωνα τι θα κάνουμε χωρίς γαλακτομπούρεκο για το υπόλοιπο της ζωής μας;» με ρώτησε η Τούλα; «Θα τρώμε κρέπες βρε χαζή και θα βάζουμε σιρόπι από το δικό μας», της είπα δίνοντάς της ένα σκαστό φιλί στο στόμα. «Άτσα, ο μπάρμπας», άκουσα τον νεαρό να λέει δίπλα μου την ώρα που η Τούλα έλεγε, «Ντροπή Κλέωνα, ντροπή δεν είμαστε δα και τίποτα παιδαρέλια», στρώνοντας ταυτοχρόνως τα μαλλιά της κι έχοντας ένα γλυκό κόκκινο χρώμα και στα δυο της μάγουλα, πιθανότατα όχι από το make-up της. 

του ΘΑΝΑΣΗΣ ΣΤΑΥΡΟΠΟΥΛΟΣ

Ετικέτες Άρθρου

Για να σχολιάσετε το άρθρο και να βαθμολογήσετε, συνδεθείτε ή εγγραφείτε στο MyReview.gr

Σχόλια (0)

BEST 5 ΚΟΙΝΩΝΙΑ
Νέο Video ΚΟΙΝΩΝΙΑ
Ειδήσεις